Ονειροπαγίδες και Ονειροσκιές

Το παραμύθι της Μαρίας Ασπριώτη
Ονειροπαγίδες και Ονειροσκιες
παρουσιάστηκε διαδικτυακά, από την δημιουργό,
στις 06-01-2023

 

Μια φορά κι έναν καιρό, κάτι τρομερό συνέβη!
Ήταν τόσο τρομερό που πολλοί απ΄ όσους το έζησαν δε θέλουν ούτε να μιλάνε γι΄ αυτό. Κι αν κάποιος κατά λάθος τους το θυμίσει, σιωπούν, μαζεύονται και προσπαθούν να αλλάξουν συζήτηση. Εγώ παρόλ΄ αυτά θέλησα να μιλήσω για το γεγονός αυτό, γιατί είναι μια πολύ διδακτική ιστορία.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ΄ την αρχή.

Ήταν λοιπόν μια φορά κι έναν καιρό μια ωραία μέρα. Οι άνθρωποι όλοι έκαναν με κέφι τις δουλειές τους, τα παιδιά έπαιζαν, ο ήλιος έλαμπε, η φύση όλη χαιρόταν κι όλα κι όλοι ήταν καλά. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σε λίγο η ζωή όλων θα άλλαζε.

Έτσι οι μέρες σιγά σιγά άρχισαν να μικραίνουν κι η νύχτα να μεγαλώνει σε διάρκεια. Αυτό όμως γινόταν πολύ αργά και αρχικά κανείς δεν το αντιλήφθηκε. Όπως και το ότι άρχισε να συννεφιάζει και τα σύννεφα να πυκνώνουν όλο και περισσότερο ώσπου ολόκληρος ο ουρανός παρέμενε σκοτεινός ακόμα και τη μέρα. Ταυτόχρονα άρχισε να πέφτει ομίχλη, η οποία σιωπηλά απλώθηκε παντού καλύπτοντας τα πάντα και κρύο άρχισε να γίνεται αισθητό. Θα΄ λεγε κανείς πως σιγά αλλά σταθερά, εκεί που επικρατούσε αναλαφρότητα, χαρά και φως, μια καταχνιά και σκοτεινιά επέβαλλε την παρουσία της από μόνη της, μαζί με μια νεκρική σιωπή η οποία κατάπινε κι έσβηνε τα πάντα.

Τα ζώα και τα πουλιά που πάντα αντιλαμβάνονται αλλαγές στη φύση πιο γρήγορα από τους ανθρώπους κρύβονταν όσο βαθύτερα μπορούσαν στις φωλιές τους κι ακόμα και τα νυχτόβια αισθάνονταν άβολα και μαζεύονταν κι αυτά γρήγορα αισθανόμενα μια απροσδιόριστη απειλή.

 Όσο για τους ανθρώπους, αυτοί αρχικά δεν κατάλαβαν την αλλαγή, γιατί στα σπίτια τους είχαν πάντα φως, κι έτσι σκέφτονταν πως “ε, παλιόκαιρος είναι, θα περάσει”. Κι έτσι δεν ανησυχούσαν. Αισθάνονταν πως είχαν τον έλεγχο, αφού και φως διέθεταν κι όλα τα μέσα για να ζουν και να συνεχίζουν τη ζωή τους. Έκαναν απλά περισσότερη φασαρία για να είναι σίγουροι πως θα ακουστούν, και πίστευαν πως όλο αυτό ήταν κάποιο φαινόμενο που σύντομα θα πέρναγε. Επειδή όμως αυτό έδειχνε να έχει για τα καλά εγκατασταθεί στη γη ολόκληρη, οι μεγάλοι αυτού του κόσμου τελικά αποφάσισαν να ζητήσουν από τους επιστήμονες να το μελετήσουν. Κι αυτοί αφού σπαζοκεφάλιασαν για μέρες πολλές τελικά απεφάνθησαν πως … η γη πέρναγε ένα ακραίο φαινόμενο που δεν μπορούσαν όμως να εντοπίσουν πού οφειλόταν.

Καθώς περνούσε ο καιρός το κρύο γινόταν ολοένα και πιο αισθητό και το σκοτάδι  όλο και πυκνότερο, ώσπου αν έβλεπε κανείς τη γη από ψηλά θα αντίκριζε απ΄άκρη σ΄άκρη μια κατάμαυρη μπάλα! Κανένα φως πουθενά!

Με μεγάλη ανησυχία πλέον κι έναν ακαθόριστο φόβο μέσα τους, στη γενική σκοτεινιά και παγωμάρα οι άνθρωποι γίνονταν όλο και πιο εριστικοί κι εχθρικοί. Έκαναν ακόμα περισσότερο σαματά, άναβαν ότι φώτα είχαν προσπαθώντας ν΄ αντικαταστήσουν τον ήλιο, όπως κι ότι θερμαντικό σώμα είχαν μια και κρύωναν όλο και πιο πολύ.

Η κατάσταση όμως δεν καλυτέρευε. Παρόλο που ένα σωρό επιστήμονες ασχολούνταν νυχθημερόν με το θέμα προτείνοντας διάφορες “λύσεις”. Ώσπου όλοι άρχισαν να πιστεύουν πως αυτή ήταν μια νέα πραγματικότητα που απλά έπρεπε να αποδεχτούν: μια ζωή χωρίς φως, χωρίς ζεστασιά και θαλπωρή, χωρίς χαρά κι εσωτερική γαλήνη. Μια ζωή γεμάτη απειλή, φόβο, εριστικότητα, όπου όλα κι όλοι είχαν μετατραπεί σε εχθρούς. Με λίγα λόγια, μια ζωή που είχε μετατραπεί σε μόνιμο εφιάλτη. Αλλά μια κι ο άνθρωπος είναι πολύ προσαρμοστικό ον η ζωή κακήν κακώς συνεχιζόταν, και μαζί με αυτήν κι ο εφιάλτης.

Κάποια Χριστούγεννα όμως έγινε κάτι που και πάλι θα άλλαζε τα πάντα, αλλά αυτή τη φορά προς το καλύτερο.
Χριστούγεννα! Φανταστείτε μια από τις πολλές αγορές.

Με όλα τα υπαίθρια στημένα μαγαζάκια, τους μικροπωλητές, τα αρώματα από κανέλα, γαρύφαλλο, σοκολάτα και καραμέλα, ζαχαρωτά και λιχουδιές κάθε είδους, παιχνίδια για κάθε γούστο που μετατρέπουν ακόμα κι ενήλικες σε μικρά παιδιά, γιρλάντες με φωτάκια, τραγούδια, κάλαντα, και… μου διαφεύγει κάτι? Μα ναι! Να, μια σκιά σα σίφουνας μόλις πέρασε από ένα πάγκο με ζαχαρωτά! Νομίζω πως πριν κρυφτεί κάτω από τον επόμενο πάγκο άρπαξε κάτι και τώρα θα κρύφτηκε σίγουρα για να το μασουλήσει με ηρεμία. Αν περιμένουμε λίγο θα δούμε αυτή τη σκιά σίγουρα να εμφανίζεται και πάλι. Γιατί, κάτι μου λέει πως το κλεφτρόνι αυτό έχει μεγάλη όρεξη.
Και… Νάτο!

Μα τι να είναι? Μικρό ανθρωπάκι? Ζωάκι? Μπα! Αδιευκρίνιστο μου φαίνεται. Εκτός κι αν… λέτε να είναι καλικαντζαράκι? Κακό που βρήκε τους μικροπωλητές! Θα τους φάει όλα τα γλυκά! Αλλά… για πού το έβαλε τώρα? Θα πάει να εξαφανίσει κι άλλη βάφλα, κρέπα, ή ζαχαρωτό μήλο…? Όχι! Πάει ίσα στον πάγκο ενός μικροπωλητή ο οποίος πουλάει διάφορα έργα τέχνης θα’ λεγες, αλλά μιας άλλης εποχής, εικόνες με ονειρικά τοπία, μπιμπελό με αλλόκοτα πλάσματα, ευφάνταστα στολίδια, φωτάκια και κεριά σε διάφορα σχήματα, και… ονειροπαγίδες! 

Μα τι κάνει ο καλικάντζαρος? Μόλις πέταξε κάτι σε όλες τις ονειροπαγίδες! Κάτι σα σκόνη! Και μ΄ένα χαιρέκακο χαμόγελο κρύβεται τώρα κάτω από το τραπεζομάντιλο που καλύπτει τον πάγκο και κοιτά κλεφτά τριγύρω. Να ένα κοριτσάκι! Πλησιάζει τον πάγκο κι ενώ η μαμά κοιτάζει τα μπιμπελό, της μικρής τα μάτια καρφώνονται στις ονειροπαγίδες. Τελικά μία από αυτές καταλήγει στις τσάντες με τα ψώνια. Και τι κάνει ο καλικάντζαρος? Χορεύει σαν τρελός από χαρά κρυμμένος κάτω από τον πάγκο! Θεέ μου!

Η σκηνή αυτή συνεχίζεται καθόλη τη διάρκεια των γιορτών, όσο υπάρχουν υπαίθριες αγορές κι ο συγκεκριμένος μικροπωλητής μπορεί να πουλήσει την πραμάτεια του. Παιδιά, αγόρια και κορίτσια, μαμάδες, μπαμπάδες, σύζυγοι, σύντροφοι, φίλοι, φίλες, πολλοί αγοράζουν και χαρίζουν με χαρά τα ευφάνταστα μπιμπελό του και… τις ονειροπαγίδες. Και τι μ’ αυτό, θα σκεφτείτε με το δίκιο σας. Μπορεί κι οι ίδιοι να έχετε μια κρεμασμένη κάπου. Όμως προσέξτε! Θα θυμάστε πως το καλικαντζαράκι τους έριξε κάτι. Ε, λοιπόν, έχω σοβαρούς λόγους να πιστεύω πως αυτό το κάτι ήταν κάποιο μαγικό ξόρκι! Κι αυτό δεν μπορεί να κρύβει ποτέ κάτι καλό.

Κι αλήθεια! Αν πάμε σε όλα τα σπίτια στα οποία κρεμάστηκε μια ονειροπαγίδα τα Χριστούγεννα θα δούμε πως άρχισε να αλλάζει η διάθεση των ανθρώπων, μεγάλων και μικρών. Επικρατούν φωνές, διχόνοια και τσακωμοί, κι ακόμα και στις πιο αγαπημένες οικογένειες άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια συναισθήματα όπως ζήλια, εγωισμοί, άγχος, φόβοι. Ώσπου τελικά αυτήν τη γιορτή της Χαράς και της Αγάπης την ακολουθεί μια ανείπωτη θλίψη. Κι αυτή, σα μεταδοτική ασθένεια  περνά από σπίτι σε σπίτι, από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα ώσπου μέσα σε λίγο χρόνο καλύπτει ολόκληρη τη γη. Κι η σκοτεινιά κι η παγωνιά δεν είναι πλέον μόνο εξωτερικά αισθητές στους πάντες αλλά κι εσωτερικά. Οι ψυχές έχουν πλέον γεμίσει οι ίδιες με σκοτάδι, πόνο και θλίψη κι αυτά μεταφέρουν όπου πηγαίνουν και ότι κι αν κάνουν.

Αν κοίταζε κανείς τώρα τη γη από ψηλά θα έβλεπε… Δε θα έβλεπε πια τίποτα! Μόνο σκοτάδι.

Στο τέλειο σύμπαν όμως υπάρχει κι αλλού ζωή. Στη Χώρα του Άι Βασίλη για παράδειγμα! Χωρίς να υπάρχει ήλιος εκεί, επικρατεί παρόλ΄αυτά παντού ένα απαλό, χρυσό φως λες κι όλα ακτινοβολούν.

Παντού είναι στρωμένο κατάλευκο χιόνι, που είναι μαλακό σα χνούδι και είτε το πιστεύετε ή όχι καθόλου κρύο! Κανείς δεν κρυώνει εκεί! Όλοι είναι ευτυχισμένοι και μονιασμένοι. Δουλεύουν, τρώνε, χορεύουν, τραγουδάνε πάντα όλοι μαζί. Ξωτικά και ζώα! Η ζωή εκεί είναι σα  γιορτή που δεν τελειώνει. Πόσο μεγάλη η διαφορά με τη σκοτεινή και παγωμένη πλέον γη!

Τα περισσότερα ξωτικά με αμείωτη χαρά και εργατικότητα ετοίμαζαν κι αυτή τη χρονιά τα δώρα των Χριστουγέννων, ενώ κάποια άλλα σχεδίαζαν και προετοίμαζαν το ταξίδι του Άι Βασίλη στη γη με ακρίβεια. Κι αυτά παρατήρησαν μέσω των πολύ προηγμένων τεχνικών οργάνων που χρησιμοποιούν εκεί (και τα οποία θα ζήλευαν όλοι οι γήινοι επιστήμονες!) πως κάτι δεν πήγαινε καλά στον πλανήτη μας. Ανήσυχα ειδοποίησαν άμεσα τον Άι Βασίλη για να του δώσουν την αναφορά τους. Διαβάζοντας την εκείνος γεμάτος έκπληξη αναφώνησε: “Α! Μα τι είναι αυτό? Η γη είναι υπό κατάρρευση και με συμβουλεύετε να μην την επισκεφτώ γιατί εγκυμονούν πολλοί, άγνωστοι κίνδυνοι?” 

Τα ξωτικά έγνεψαν καταφατικά με το κεφάλι ανήμπορα να αρθρώσουν λέξη. Ήξεραν τι σήμαινε για τον Άγιο κάτι τέτοιο. Να αναβάλλει το ταξίδι του στη γη…? Ανήκουστο! Αυτό δεν είχε ξαναγίνει! Όλοι τους, με πρώτο και καλύτερο τον Άι Βασίλη, περίμεναν όλο το χρόνο αυτήν ακριβώς την εποχή που θα φόρτωναν το έλκηθρο με δώρα μαγικά, γεμάτα χαρά, αγάπη και γιορτινή ατμόσφαιρα για να τα μοιράσουν παντού στη γη. Γιατί ο Άι Βασίλης ξέρετε, δε μοιράζει δώρα μόνο σε παιδιά. Απλά τα παιδιά πιστεύουν περισσότερο σ΄αυτόν και καταλαβαίνουν αν ένα δώρο είναι από εκείνον καθώς αισθάνονται τη μαγεία που αυτό αποπνέει.

“Μα είναι αδύνατο, αφάνταστο να μην επισκεφτώ τη γη, να μη μοιράσω  δώρα, να μη μοιράσω χαρά!” είπε ξαφνιασμένος ο  Άι Βασίλης.

Τα ξωτικά έδειχναν ακόμα πολύ σκεφτικά, ώσπου ένα είπε: “Αν πας στη γη, μπορεί ως και να σε λιντσάρουν! Θα σε περάσουν σίγουρα για ψεύτικο  Άι Βασίλη.”

“Εμένα?!” Αναφώνησε έκπληκτος ο  Άι Βασίλης.

“Ναι, γιατί τα τελευταία χρόνια βγήκαν τόσοι και τόσοι ψεύτικοι άγιοι που υπόσχονταν κι εγώ δεν ξέρω τι. Οι άνθρωποι τρέχανε ξοπίσω τους με λαχτάρα και τελικά κάθε φορά απογοητεύονταν. Οπότε τώρα πια δεν πιστεύουν τίποτα και κανέναν. Κι όλοι μεταξύ τους είναι εχθροί! Θα σε περάσουν κι εσένα για εχθρό, το δίχως άλλο.”

“Εμένα?!” είπε ο Άι Βασίλης περισσότερα ψιθυριστά τώρα, αδυνατώντας να πιστέψει κάτι τέτοιο.

“Μα, δε γίνεται. Κάτι θα μπορούμε σίγουρα να κάνουμε. Γιατί όλα αυτά τα κακά πρέπει να έχουν μια αιτία. Εμείς λοιπόν πρέπει να βρούμε τη ρίζα του κακού. Αυτό θα κάνουμε. Εμπρός λοιπόν, καλά μου ξωτικά! Πάμε να βρούμε τι προκάλεσε αυτό το κακό στη γη!”

Είπε ο  Άι Βασίλης, αλλά τα ξωτικά κοιτάχτηκαν απλά μεταξύ τους. Πίστευαν πως ο Άγιος απομονωμένος καθώς ήταν όλο το χρόνο από τους ανθρώπους είχε χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα αυτών, και πάνω στο χριστουγεννιάτικο ενθουσιασμό του δεν ήταν σε θέση να καταλάβει πόσο κρίσιμη ήταν η κατάσταση, και πόσο επικίνδυνη.

Αλλά ο  Άι Βασίλης μόνο απομονωμένος από την πραγματικότητα δεν ήταν. Μπορεί να ζούσε πολύ μακριά από τους ανθρώπους, αλλά αυτό δε σήμαινε πως δεν τους παρατηρούσε καθημερινά μέσα από το ισχυρότατο μόνιτορ του γραφείου του. Κι έτσι έβλεπε σε τι κατάντια είχαν πέσει και άκουγε καθημερινά τα κλάματα, τις φωνές και τα παρακάλια τους όταν απελπίζονταν, αλλά και τις φωνές τους όταν θύμωναν. Τότε καθόταν στην οθόνη και έστελνε όσο περισσότερη αγάπη και δύναμη μπορούσε στις ψυχές που το είχαν ανάγκη. Τα ξωτικά όμως δεν το ήξεραν αυτό. Εκείνα απλά τον έβλεπαν να χάνεται για ώρες ολόκληρες στο γραφείο του και νόμιζαν πως ξεκουράζεται ή είναι απλά απασχολημένος με κάτι άλλο.

Λίγο μετά τη συζήτηση αυτή ξαφνικά ήχησε στη Χώρα του  Άι Βασίλη απ΄ άκρη σ΄ άκρη ο βαθύς ήχος μιας καμπάνας.

Ήταν βαθύς αλλά διαπεραστικός. Αδύνατον να τον αψηφήσεις. Όλα τα ξωτικά αλλά και τα ζώα έμειναν να την ακούν χωρίς να μπορούν να καταλάβουν τι σήμαινε αυτό. Καμπανάκια, ναι, άλλα σήμαιναν την έναρξη των εργασιών, άλλα πάλι κάποια ιδιαίτερη γιορτή, άλλα την έλευση των Χριστουγέννων, την προετοιμασία του έλκηθρου το βράδυ της παραμονής, κλπ, κλπ. Αλλά αυτήν την καμπάνα δεν την είχαν ξανακούσει. Τι να σήμαινε άραγε? Γρήγορα όμως κατάλαβαν: Ο ίδιος ο  Άι Βασίλης είχε σημάνει την καμπάνα-συναγερμό! Που σήμαινε “Όλοι αμέσως στα πόστα τους!” Κι έτρεξαν όλοι κι όλα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν να δουν τι τους ήθελε ο Άγιος.

Κι όταν πια είχαν μαζευτεί, παρουσιάστηκε εκείνος με την επίσημη στολή του και είπε:

“Φίλοι μου και συνεργάτες, εδώ και χρόνια στη γη γίνονται ανάρμοστα πράγματα κι η κατάσταση έχει τώρα πλέον ξεφύγει. Τόσο που δεν θέλουν πια ούτε εμένα, αλλά ούτε και τα δώρα που με τόση προσοχή και αγάπη τους ετοιμάζουμε κάθε χρόνο. Το βλέπετε εξάλλου. Τη μέρα των Χριστουγέννων ανοίγουν με ανυπομονησία τα δώρα που τους πάω. Κάποιοι συγκινούνται λίγο, αλλά λίγο αργότερα τ’ αφήνουν στην άκρη και πιάνουν τα δικά τους: φτηνές και κακές απομιμήσεις όσων τους προσφέρουμε εμείς. Προτιμούν αυτά, κι εκείνα μόνο αποκαλούν “δώρα”. Κι είναι πράγματα για τα οποία αδειάζουν τόσο τις τσέπες όσο και τις καρδιές τους. Γι΄ αυτό, φίλοι μου, πρέπει πάση θυσία να βρούμε την αιτία του κακού! Αυτό θα είναι φέτος το δικό μου δώρο προς την ανθρωπότητα. Το να τη βοηθήσω να ξαναβρεί τον εαυτό της, βρίσκοντας ξανά τις αξίες της. Δουλειά λοιπόν! Κάθε ώρα περιμένω αναφορά στο γραφείο μου! Σας ευχαριστώ για τη συνεργασία σας. Εμπρός λοιπόν!”

Με μιας όλα τα ξωτικά πήραν τις θέσεις τους, κι όλα τα μηχανήματα άναψαν. Δεν υπήρχε ούτε μια καρέκλα άδεια σε ολόκληρο εκείνο το τεράστιο εργαστήριο! Τα ξωτικά ήταν όλα τόσο εργατικά! Μα και τόσο αφοσιωμένα!

Κάθε ώρα λοιπόν οι υπεύθυνοι των διάφορων τμημάτων έδιναν αναφορά στον Άι Βασίλη σχετικά με τις εξελίξεις της έρευνας, αλλά όσο κι αν έψαχναν δεν έβρισκαν κάτι που θα μπορούσε να έχει προκαλέσει τόσο μεγάλη ζημιά. Ώσπου μετά από ώρες κι ώρες κάποιο πολύ παρατηρητικό ξωτικό είδε κάτι στην οθόνη του. Στην αρχή δεν του κίνησε και πολύ το ενδιαφέρον, αλλά όταν είδε τη σκηνή αυτή να επαναλαμβάνεται χτύπησε το καμπανάκι!

Ο Άι Βασίλης βρέθηκε με μιας από πάνω του. “Τι βρήκες?” ρώτησε το ξωτικό. Κι αυτό αμήχανο απάντησε: “Ε, δεν ξέρω. Αλλά εδώ συμβαίνει κάτι πολύ περίεργο. Κοιτάξτε!”

Κι έσκυψε ο Άγιος πάνω από την οθόνη και τι να δει? Ένα καλικάντζαρο σε μια χριστουγεννιάτικη αγορά να κλέβει γλυκίσματα, να κρύβεται κάτω από τους πάγκους των μικροπωλητών, αλλά και… τι ήταν αυτό? Μόλις έριξε κάτι σα σκόνη στις ονειροπαγίδες!!! Όσοι ήταν σκυμμένοι εκείνη τη στιγμή μαζί με τον Άι Βασίλη πάνω από την οθόνη αναφώνησαν έκπληκτοι!

“Μα τι έκανε αυτός ο καλικάντζαρος? Τι έριξε στις ονειροπαγίδες? Τι ήταν αυτό?”

Κι ο Άι Βασίλης γύρισε σε όλους και είπε: “ Αυτό φίλοι μου, προφανώς είναι η αιτία του κακού! Σίγουρα πρόκειται για κάποιο ξόρκι. Ας αναλύσουμε όμως τα στοιχεία.”

Κι είδαν τον καλικάντζαρο να χοροπηδάει χαιρέκακα κάθε φορά που κάποιος αγόραζε τις ονειροπαγίδες, αλλά και το τι γινόταν ύστερα σε κάθε σπίτι όταν τις κρέμαγαν.

Μετά από αυτήν τους την ανακάλυψη τα ξωτικά ήταν σοκαρισμένα, αλλά κι ο Άι Βασίλης πολύ σκεφτικός.

“Και τώρα?” ρώτησε κάποιο. “Τι ξόρκι είναι αυτό? Τι θα κάνουμε?”

“Αυτό, φίλοι μου, είναι ένα πολύ δυνατό ξόρκι. Το δυνατότερο απ΄όλα τα καταστροφικά ξόρκια που υπάρχουν. Είναι το ξόρκι του εγωισμού.”

“Εγωισμός? Τι είναι αυτό?” ρώτησε κάποιο απ΄ όλα τα ξωτικά.

“Είναι μια αρρώστια που καταστρέφει την ψυχή, όλες τις σχέσεις της, κι οτιδήποτε την περιβάλλει. Όταν μια ψυχή προσβληθεί από αυτό πολύ δύσκολα το ξεπερνά. Κι αυτό μόνο αν το θελήσει η ίδια.” είπε ο Άγιος και βυθίστηκε σε σκέψεις. Τα ξωτικά έμειναν σοκαρισμένα, αμίλητα και βυθίστηκαν σε πρωτόγνωρη θλίψη. Όλα είχαν την ίδια σκέψη: Πώς θα μπορούσαν να βοηθήσουν τις ψυχές στη γη να ελευθερωθούν από αυτό ώστε να ξαναβρούν τον εαυτό και τη χαρά τους. Αλλά κανένα δεν μπορούσε να βρει μια απάντηση σε αυτό. Οπότε όλοι τους στράφηκαν στον Άι Βασίλη. Αυτός παρέμενε σκεφτικός αλλά απόλυτα ήρεμος. Τα ξωτικά τον θαύμασαν γι΄αυτήν του την ηρεμία, ώσπου τον άκουσαν να λέει:

“Πρέπει να βρούμε ακριβώς πώς λειτουργεί το ξόρκι. Μετά θα βρούμε και τη λύση.”

Και έκατσαν όλοι μαζί για να επεξεργαστούν αναλυτικά τις εικόνες. Ώσπου αναλύοντας ξανά και ξανά όλα τα δεδομένα κατάλαβαν το εξής: Οι ονειροπαγίδες φτιάχνονταν από τους ανθρώπους ώστε να μη χάνονται και να μην ξεχνιούνται τα όμορφα όνειρα τους, με απώτερο σκοπό όταν ξυπνάνε το πρωί να τα θυμούνται για να τα πραγματοποιούν. Και πραγματοποιώντας τα να ζούνε ευτυχισμένοι δημιουργώντας γύρω τους την ομορφιά που τους υπαγόρευαν τα ίδια τους τα όνειρα μέσα από τα βάθη της ψυχής τους.

Το ξόρκι του καλικάντζαρου όμως, δηλαδή το ξόρκι του εγωισμού δεν τα άφηνε ελεύθερα, αλλά τα κρατούσε παγιδευμένα μέσα στην ονειροπαγίδα! Με αποτέλεσμα αυτά να ξεψυχάνε και να μετατρέπονται σε φαντάσματα. Κι αυτά με τη σειρά τους στοίχειωναν τις ψυχές με τα ανεκπλήρωτα όνειρα τους βυθίζοντας τις ζωές τους σε απόγνωση. Γιατί το φάντασμα της ομορφιάς μόνο όμορφο δεν είναι και ομορφιά δε φέρνει, παρά ανεκπλήρωτους πόθους. Κι αυτοί βυθίζουν την ψυχή στη θλίψη το αποτέλεσμα της οποίας είναι πάντα η ασχήμια. Όλα τα όμορφα όνειρα λοιπόν με αυτόν τον τρόπο μετατρέπονταν στο αντίθετο τους: σε εφιάλτες!

Ο καλικάντζαρος λοιπόν με το ξόρκι του είχε κάνει τις ονειροπαγίδες πραγματικές παγίδες ονείρων!

“Και τώρα? Τι θα κάνουμε, τι μπορούμε να κάνουμε?” ρώτησε ένα μικρό ξωτικό.

“Ότι κάνουμε κάθε χρόνο παραμονή Χριστουγέννων” απάντησε ο Άι Βασίλης. Θα ετοιμάσουμε το έλκηθρο και θα κάνω το γύρο της γης.”

“Μα…” είπε το ξωτικό κι όλα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

“Μόνο το σάκο δε χρειάζεται να φορτώσετε εσείς φέτος. Γιατί έχω ένα μόνο δώρο για όλους, οπότε το σάκο θα τον ετοιμάσω ο ίδιος.”

“Δηλαδή βρήκες τρόπο να εξουδετερώσεις το ξόρκι?” ρώτησε ένα.

“Τι δώρο είναι αυτό που θα πάρεις μαζί σου?” ρώτησε άλλο.

“Θέλει πακετάρισμα?” ένα τρίτο.

“Και θα πας μόνος σου κάτω στη γη με τους ταράνδους?” ένα τέταρτο.

“Είναι επικίνδυνα!” αναφώνησε ένα πέμπτο.

Ο Άι Βασίλης προσπάθησε να τα καθησυχάσει. Τα χάιδεψε με αγάπη και τους είπε με πολύ γλυκύτητα: “Μη φοβάστε. Απλά ετοιμάστε μου το έλκηθρο. Πάω να ετοιμάσω ότι χρειάζεται.”

Και λέγοντας τα αυτά πήγε μόνος στο γραφείο του, έβγαλε από ένα κλειδωμένο ντουλάπι ένα πολύ παλιό βιβλίο, την ύπαρξη του οποίου, μόνο ο ίδιος γνώριζε κι άρχισε να το μελετά.

Απορημένα τα ξωτικά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους γιατί ο Άι Βασίλης δε συνήθιζε να κρατά μυστικά, ωστόσο κάθε επιθυμία του ήταν γι΄αυτά νόμος απαράβατος. Πήγαν λοιπόν άλλα να ετοιμάσουν το έλκηθρο, κι άλλα να βρουν τους ταράνδους. Αυτό όμως αποδείχτηκε λίγο δύσκολο. Γιατί οι τάρανδοι εντωμεταξύ είχαν επίσης πληροφορηθεί για την κατάσταση που επικρατούσε στη γη, και μόλις έμαθαν πως τους γύρευε ο Άι Βασίλης για να ξεκινήσουν το ταξίδι τους, με το δίκιο τους φοβήθηκαν. Κι έτσι άλλοι κρύφτηκαν, άλλοι διαμαρτύρονταν, κι άλλοι απλά αρνούνταν! Θα’ λεγε κανείς πως το ξόρκι του καλικάντζαρου είχε φτάσει ως κι εδώ επηρεάζοντας και τους ταράνδους!

Στο τέλος με πολύ κόπο βρέθηκε ένας μοναδικός τάρανδος για να σύρει το έλκηθρο, αλλά κι αυτός μόνο χαρά δεν ένοιωθε ο δύστυχος!

Χρειάστηκε η παρέμβαση του ίδιου του  Άι Βασίλη για να αφήσει τελικά να τον βάλουν μπροστά στο έλκηθρο.

Κι όταν όλα ήταν πλέον έτοιμα τα ξωτικά τον κοίταξαν και πάλι ανήσυχα.

“Ώστε είσαι έτοιμος να πας στη γη?” ρώτησε κάποιο.

“Δε φοβάσαι?” είπε κάποιο άλλο.

“Μην ανησυχείτε, φίλοι μου” είπε εκείνος. Τα ξόρκια των καλικάντζαρων δε μπορούν να επηρεάσουν εμένα.”

“Είπες πως θα έδινες μόνο ένα δώρο σε όλους, αλλά ο σάκος σου φαίνεται γεμάτος” παρατήρησε κάποιο άλλο.

Ο Άι Βασίλης τότε χαμογέλασε, του έκλεισε το μάτι και με μια του κίνηση το έλκηθρο σηκώθηκε στον αέρα, ο τάρανδος βρυχήθηκε και οι δυο τους αναχώρησαν για το ταξίδι τους στη γη.

Τα ξωτικά έμειναν να κοιτούν το έλκηθρο που όλο κι απομακρυνόταν. Η θέα αυτή, όσο οικία κι αν ήταν πλέον μετά από αιώνες κι αιώνες, τα έκανε να αισθάνονται πάντα την ίδια συγκίνηση. Αγκαλιάζονταν τότε μεταξύ τους, έδιναν ευχές το ένα στο άλλο και μετά πήγαιναν να ετοιμάσουν τη γιορτή των Χριστουγέννων! Γιατί μη νομίζετε πως μόνο οι άνθρωποι γιορτάζουν τα Χριστούγεννα και στη Χώρα του Άι Βασίλη απλά δουλεύουν! Οι γιορτές εκεί διαρκούν μέρες πολλές άρα κι οι ετοιμασίες πρέπει να είναι ανάλογες! Αφήστε που θέλουν να είναι όλα στην εντέλεια ώστε όταν θα επιστρέψει ο Άι Βασίλης να μπορεί κι αυτός, όπως κι οι τάρανδοι, να ξεκουραστούν από το ταξίδι τους. Μόνο που αυτή τη φορά τα ξωτικά εκτός από συγκίνηση αισθάνονταν και μια κάποια ανησυχία…

Αλλά ας αφήσουμε τα ξωτικά να ετοιμάσουν τη γιορτή κι ας δούμε τι κάνει ο Άι Βασίλης.

Αυτός στο πι και φι είχε φτάσει στη γη. Κάνοντας όμως ένα δοκιμαστικό γύρο κι αντικρίζοντας παντού σκοτάδι αποφάσισε να κάνει πρώτα μια μικρή στάση πριν μοιράσει το δώρο του. Κατέβηκε λοιπόν με το έλκηθρο κάπου απόμερα, έπεισε με πολύ κόπο τον τάρανδο να μείνει για λίγο μόνος του, γιατί αυτός με τόσο σκοτάδι είχε φοβηθεί ο δόλιος, και πήγε να δει λίγο τον κόσμο από μακριά.

Ήθελε να αφουγκραστεί από πιο κοντά τις ανάγκες όλων των ψυχών στη γη ώστε να είναι σίγουρος πως ότι είχε ετοιμάσει και φέρει στο σάκο του ήταν πραγματικά αυτό που όλοι είχαν ανάγκη. Μετά από λίγο μπήκε ξανά στο έλκηθρο και με μια του κίνηση ο τάρανδος το σήκωσε ψηλά. Κι άρχισαν να πετάνε όπως πάντα σε κάθε γωνιά της γης μοιράζοντας παντού το δώρο του.

Την άλλη μέρα το πρωί, ανήμερα Χριστούγεννα, όταν άρχισαν να ξυπνάνε οι άνθρωποι παντού στη γη παρατήρησαν όλοι τους ή κάτω από το στολισμένο δέντρο, ή αν δε γιόρταζαν τα Χριστούγεννα, κάπου μέσα στο σπίτι ή στο δωμάτιο τους κάτι παράξενο:

ήταν μια τυλιγμένη περγαμηνή, όμορφα δεμένη με κόκκινη κορδέλα.  Απορημένοι την έπαιρναν στα χέρια τους και διάβαζαν τα εξής:

“Καλοί μου άνθρωποι, εδώ και πολύ καιρό οι ζωές σας βυθίζονται στο σκοτάδι, και ζώντας μέσα στο θυμό και τη διχόνοια βιώνετε όλο και περισσότερο τη θλίψη. Μάθετε πως η λύση για όλα σας τα δεινά είναι πολύ απλή. Όλοι σας ανεξαιρέτως όπου κι αν ζείτε, ανήμερα των Φώτων και την ίδια ώρα, πρέπει να κάνετε την ίδια σκέψη. Η σκέψη αυτή είναι ταυτόχρονα κι ευχή για το ό,τι πραγματικά επιθυμεί ο καθένας σας στη ζωή. Αν το κάνετε θα δείτε τις ζωές σας να αλλάζουν απ΄τη μια στιγμή στην άλλη και κανείς πλέον δε θα ζει στη θλίψη. Παντοτινά δικός σας!”

Άλλα δεν έγραφε η αινιγματική αυτή περγαμηνή, ούτε είχε υπογραφή. Άρχισε λοιπόν το νέο να διαδίδεται τάχιστα απ΄ άκρη σ΄ άκρη σε ολόκληρη τη γη. Βγήκαν λοιπόν διάφοροι κι είπαν τη γνώμη τους, ακόμα περισσότεροι συσκέφθηκαν σχετικά με το πώς και το τι σήμαινε κάτι τέτοιο, με το αν ένα τέτοιο σχέδιο ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, αν θα είχε αποτέλεσμα, κλπ, κλπ. Ώσπου κάποιοι λίγοι δειλά δειλά άρχισαν να προτείνουν το πως θα μπορούσε πράγματι να γίνει εφικτό ένα τέτοιο δίκτυο σκέψεων κι ευχών που θα κάλυπτε όλη τη γη. Ένα δίκτυο που δε θα άφηνε καμιά ψυχή απομονωμένη, καμία σ΄ ολόκληρο τον πλανήτη! Κι επειδή όπου ένας δείχνει θάρρος υπάρχουν πολλοί που ακολουθούν σιγά σιγά μέσα στις επόμενες μέρες το δίκτυο αυτό στήθηκε! Και ανήμερα των Φώτων την ίδια ώρα όλοι οι κάτοικοι της γης, όσο απόμακρα κι αν ζούσαν πήραν μέρος σε αυτό το σχέδιο.

Ο Άι Βασίλης εντωμεταξύ μαζί με τα ξωτικά παρακολουθούσαν τις εξελίξεις στη γη. Κι όταν έφτασε η ώρα όπου όλοι οι άνθρωποι είχαν συμφωνήσει πως θα έπαιρναν μέρος σ΄αυτό το τεράστιο νοητικό δίκτυο, έκατσαν κι εκείνοι στις οθόνες τους πιασμένοι όλοι χέρι χέρι. Αν μπορούσε κανείς να δει αυτήν την εικόνα από ψηλά θα έβλεπε εκείνη τη στιγμή το σύμπαν ολόκληρο σε πλήρη ομόνοια κι αρμονία!

Και ξάφνου… ξάφνου σηκώθηκε αέρας πολύς στη γη. Δυνατός κι απαλός συνάμα. Κι ο αέρας φύσηξε και σάρωσε όλους του καλικάντζαρους μαζί με τα ξόρκια τους όπως και τις ονειροπαγίδες!

Κι αυτό που ακολούθησε ήταν ακόμα ένα θαύμα: κάτι σαν ανάλαφρη πνοή ακούστηκε και όλα τα παγιδευμένα και ξεψυχισμένα όνειρα ζωντάνεψαν και πάλι! Ελεύθερα πλέον από τα δεσμά του εγωισμού πετούσαν ολόγυρα κι έπαιρναν μορφή φέρνοντας ευτυχία σε όλες τις ψυχές!

Κι ήρθε ξανά το Φως, κι η ζωές όλων άνθισαν. Τόσο που ξέχασαν όλα τα δεινά που είχαν περάσει.

Όμως ποια ήταν η ευχή και σκέψη που όλοι έπρεπε να κάνουν ταυτόχρονα? Το μαντεύεται?

Ήταν ΕΥΤΥΧΙΑ!

 

Οι φωτογραφίες είναι από το pixabay.com