Διαγωγή Κοσμία

κ. Σταύρος Τσαγκαράκης ή απλώς, Σταύρος.
Ο πιο αγαπημένος μου καθηγητής στα γυμνασιακά μου χρόνια.
Ο άνθρωπος που με έκανε να καταλάβω πως ο σεβασμός δεν έρχεται
μέσα από την υποκρισία ή την αυστηρότητα.
Ο άνθρωπος που με έκανε καλύτερο άνθρωπο και που ως καθηγητής,
ακολούθησα πολλές από τις μεθόδους διδασκαλίας του.

Διαγωγή Κοσμία.
Ένα κείμενο του Σταύρου, καθαρά συμβολικό.
Ένα κείμενο που από κάτι φαινομενικά μικρό, παρουσιάζει
ένα τεράστιο πρόβλημα που υπάρχει σε κάθε εποχή.
Μια κοπέλα που αισθάνεται απαίσια για τα σπυράκια στο πρόσωπό της.
ΟΚ, δεν έγινε και τίποτα για άλλους, για την ίδια όμως, εφιάλτης.
Τα κρύβει με τα μαλλιά της. Αλλά αυτή ή εμφάνιση  δεν αρέσει
στον διευθυντή του σχολείου που αγνοεί το πρόβλημα.
Την καλεί και της κάνει παρατήρηση.
Γιατί η κοπέλα δεν λέει απλώς, «υπάρχει λόγος» ;
Γιατί ο διευθυντής δεν την ρωτάει αν υπάρχει λόγος ;
Και στο τέλος, γιατί επεμβαίνει σε κάτι τόσο ασήμαντο ;
Η κοπέλα σε απόγνωση.
Αποφασίζει να μην ακολουθήσει την οδηγία – διαταγή του διευθυντή
και στο τέλος της χρονιάς, στο απολυτήριο του Λυκείου, η τιμωρία.
«Διαγωγή κοσμία».

Τρελό ; Ναι. Μικρό ; Ελάχιστο.
Όμως αυτό το τόσο μικρό παράπτωμα είναι και όλος
ο συμβολισμός του κειμένου.
Πώς ένα πρόβλημα που για άλλους φαίνεται μικρό,
μπορεί να αλλάξει την ζωή μας.
Πως μια δικαιωματική απόφαση, μπορεί να καταστρέψει την ζωή μας
επειδή κάποια «κολλημένα» μυαλά δεν μπορούν να την δεχτούν.
Αν ήταν κάτι μεγάλο, δεν θα είχε την ίδια σημασία…

Για εμένα, όλα περνάνε μέσα από την μουσική.
Άλλωστε η μουσική είναι ο καλύτερος τρόπος αποθήκευσης συναισθημάτων.
Το τραγούδι μου, εμπνευσμένο από το κείμενο του Σταύρου.
Η κοπέλα βρίσκεται στο σπίτι της, σε απόγνωση. Και είναι μόνη !

Μόνη
Στίχοι-Μουσική : Πρόδρομος Μακρίδης
29 Απριλίου 2020

Μόνη, το κουβάρι στο μυαλό της ξεδιπλώνει
την μορφής της η αντανάκλαση παγώνει
την καρδιά της….. την ψυχή της…….

Μόνη, μ’ ένα όνειρο που ζει και ξανανιώνει
μες’ το θέατρο του κόσμου σκαρφαλώνει
μια νεράιδα
που να φτιάξει την μορφή της λαχταρά

Πως να κρυφτεί,
αν ακούσει την φωνή του θα χαθεί
και στο θέατρο θα γίνει η τραγική
οι φωνές θα της στοιχειώνουν την ψυχή

Πως να κρυφτεί
Στης αλήθειας το παιχνίδι θα βρεθεί
στην ασχήμια της ψυχής τους θα πνιγεί
δεν θα σωθεί…..

Μόνη, το δωμάτιο κλειστό και είναι μόνη
της μορφής της η αντανάκλαση στοιχειώνει
του μυαλού της το τεράστιο κενό.


Παραθέτω και το κείμενο, με την άδεια του συγγραφέα.


Διαγωγή Κοσμία
Σταύρος Τσαγκαράκης
23 Ιουνίου 2016

Η Ειρήνη πήγαινε στην Γ΄ Λυκείου σε κάποιο πολύ ακρινό επαρχιακό σχολείο. Μέτρια μαθήτρια. Ούτε φιλοδοξίες, ούτε μεγάλα όνειρα. Να τελειώσει το σχολείο ήθελε μόνο και ύστερα να βγει να δουλέψει. Έτσι τα είχε σχεδιάσει στο μυαλό της.

Ένα πρωί, καθώς ετοιμαζόταν για το σχολείο, πρόσεξε στον καθρέφτη δύο τρία μικρά ενοχλητικά σπυράκια στο πρόσωπό της. Δεν έδωσε πολλή σημασία. « Θα φύγουν γρήγορα» είπε μέσα της, « είναι της ηλικίας» και έφερε τα μαλλιά της λίγο μπροστά για να τα κρύψει.

Κοιτάχτηκε πάλι στον καθρέφτη. «Ωραία», ψιθύρισε «δεν φαίνονται και πολύ.»

Στο σχολείο την ίδια ημέρα αλλά και τις επόμενες σταμάτησε να βγαίνει στα διαλείμματα. Καθόταν στην τάξη και έκανε πως διαβάζει. Δεν ήθελε να την βλέπουν. Ντρεπόταν, φοβόταν μην την κοροϊδέψουν, μην την πουν σημαδεμένη, άρρωστη.

Οι κολλητές της φίλες της έδιναν κουράγιο, της έλεγαν να κάνει υπομονή. «Να δεις» της έλεγαν, «σε λίγο όλα θα περάσουν. Συμβαίνουν αυτά.»

Τα σπυράκια στο μεταξύ δεν έλεγαν να φύγουν. Αντίθετα εμφανίστηκαν κι άλλα, το πρόσωπό της σχεδόν γέμισε.

Πήγε με τη μάνα της στον δερματολόγο. Ο γιατρός της εξήγησε με επιστημονικούς όρους , πως ήταν μια παροδική πάθηση του δέρματος και να μην ανησυχεί. Της έδωσε και κάποιες αλοιφές κάποια φάρμακα.

Η Ειρήνη έστρεψε τις ελπίδες της στα μαλλιά της. Τα βρήκε σαν το καλύτερο όπλο, για το κακό που την βρήκε. Θα σκέπαζε μ’ αυτά τα αποκρουστικά σπυράκια, θα σκέπαζε με αυτά την ντροπή της, την ασχήμια της, που κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο έντονη, πιο φανερή και κομμάτιαζε την ψυχή της.

Σταμάτησε να μαζεύει τα πλούσια μαλλιά της και τα άφηνε τώρα ελεύθερα να πέφτουν ολόγυρα στο πρόσωπό της, σαν μια προστατευτική ασπίδα απέναντι σ’ έναν μισητό εχθρό.

Μια μέρα, στη διάρκεια του διαλείμματος, την φώναξε στο γραφείο ο Διευθυντής του σχολείου.

Η Ειρήνη χτύπησε ευγενικά την πόρτα ακούστηκε ένα «εμπρός» και μπήκε στο γραφείο.

Ο Διευθυντής, που είχε τη φήμη αυστηρού και ιδιαίτερα αυταρχικού ανθρώπου, σήκωσε για λίγο το κεφάλι του από τα σχολικά έγγραφα και κοίταξε στα μάτια την Ειρήνη που στεκόταν όρθια σε στάση προσοχής.

«Χαριτίδου», της είπε μ’ ένα ψυχρό τόνο στη φωνή του, «πρόσεξα ότι τον τελευταίο καιρό αφήνεις τα μακριά μαλλιά σου να πέφτουν στο πρόσωπό σου .Να ξέρεις ότι αυτή η εμφάνισή σου είναι εντελώς αντίθετη με τους κανόνες ηθικής του σχολείου μας. Σου λέω, λοιπόν, ότι στο εξής θα μαζεύεις τα μαλλιά σου όλα πίσω . Σε περίπτωση ανυπακοής θα θεωρήσω ότι σκοπίμως παραβιάζεις τους κανόνες λειτουργίας του σχολείου και θα υποστείς τις ανάλογες κυρώσεις. Είσαι ελεύθερη τώρα να φύγεις.»

Η Ειρήνη πάγωσε. Τρέμοντας από την αγωνία και τον φόβο ψιθύρισε με δυσκολία ένα «ευχαριστώ, Κύριε». Της ήρθε για μια στιγμή να πει στον Διευθυντή για τα σπυριά, για τα σημάδια στο πρόσωπό της αλλά δίστασε. Κατέβασε το κεφάλι και βγήκε από το γραφείο.

Τα πόδια της έτρεμαν, η αναπνοή της κοβόταν κάθε τόσο, κόντευε να λιποθυμήσει..

Οι συμμαθήτριές της την περίμεναν έξω από το γραφείο. Την είδαν έτσι που ήταν και την έβαλαν να καθίσει σε μια καρέκλα, της έφεραν λίγο νερό.

«Τι σου είπε», την ρώτησαν γεμάτες αγωνία. «Πες μας. Τι σε ήθελε ο τύραννος;»

Η Ειρήνη ήπιε μια γουλιά νερό και ψέλλισε: «Τα μαλλιά μου! Ο Διευθυντής μου είπε να μαζέψω τα μαλλιά μου, αλλιώς θα με τιμωρήσει. Θα υποστώ όπως μου είπε τις ανάλογες κυρώσεις.» Ή Ειρήνη έκρυψε το ερεθισμένο από τα σπυριά πρόσωπό της με τα παγωμένα χέρια της που, έτοιμη να κλάψει.

«Και τώρα, τι σκέφτεσαι να κάνεις;» ρώτησαν πάλι την Ειρήνη οι συμμαθήτριές της που καταλάβαιναν τη μάχη που έπρεπε να δώσει τώρα με τον εαυτό της. Που καταλάβαιναν το τρομερό εσωτερικό δράμα της Ειρήνης μπροστά στο ενδεχόμενο να μείνει έκθετο , ορατό από όλους το σπυριασμένο, το σημαδεμένο της πρόσωπό.

«Δεν ξέρω, τι θα κάνω» απάντησε η Ειρήνη με φωνή που μόλις ακουγόταν. «Θα σκεφτώ και ύστερα θα αποφασίσω.»

Γύρισε το μεσημέρι σπίτι ένα κουρέλι και τράβηξε ίσια στο μικρό δωμάτιό της.

Ξεντύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Έπιασε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια και πίεσε με δύναμη τους κροτάφους της. Πονούσε αφόρητα όλο της το σώμα και ανάσαινε με δυσκολία.

Η ιδέα να τραβήξει πίσω τα μαλλιά της, αφήνοντας ξέσκεπο και ανυπεράσπιστο το σημαδεμένο της πρόσωπο, της έφερνε ίλιγγο, την τρέλαινε, την έριχνε σε σκοτεινό άπατο έρεβος. Τι θα έλεγαν οι φίλες της, οι συμμαθητές της, οι καθηγητές της.
Πώς θα την αντιμετώπιζαν; Θα της έδειχναν οίκτο, συμπόνια, θα της χτυπούσαν την πλάτη, θα της έλεγαν λόγια ενθαρρυντικά, λόγια παρηγοριάς;

Έβλεπε με τη φαντασία της αυτό το φρικτό θέατρο που θα παιζόταν σε άπειρες πράξεις, με πρωταγωνίστρια την ίδια να χαμογελάει αμήχανα, να συγκατανεύει στα παρηγορητικά λόγια ενός περίεργου θιάσου.

Αυτό ποτέ. Η Ειρήνη τινάχτηκε πάνω σαν ελατήριο. Πήγε και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξε επίμονα το πρόσωπό της πάλι και πάλι. Της ερχόταν ξαφνικά να βγάλει από το πρόσωπο, να ξεριζώσει με τα ίδια της τα χέρια αυτά τα τρομερά σημάδια που την μεταμόρφωναν σε τέρας, που την έριχναν στη δυστυχία. Και την ίδια στιγμή αναπόλησε όλες τις καλές νεράιδες των παιδικών παραμυθιών, όλες τις καλές νεράιδες με τις μαγικές βέργες τους που κάνουν θαύματα, που κάνουν καλοσύνες, που χαρίζουν την ομορφιά σε τέρατα. Να μπορούσαν άραγε να μεταμορφώσουν και την ίδια, να έπαιρναν τη μισητή ασχήμια της και να της χάριζαν την ομορφιά και τη λάμψη μιας άλλης!
Αμίλητη, σιωπηλή βγήκε από το δωμάτιό της. Κάθισε στο τραπέζι με τη μάνα της να φάνε για βράδυ..

«Τι έχεις;», τη ρώτησε κάποια στιγμή εκείνη. «Δεν σε βλέπω καλά.»

«Τίποτα», απάντησε. «Είναι τα διαγωνίσματα, η αγωνία.»
Κοιμήθηκε το βράδυ ήσυχα. Την ταραχή ήρθε να τη διώξει μια παράξενη ηρεμία, μια παράξενη αποφασιστικότητα.

Ξύπνησε νωρίς. Ντύθηκε, πήρε την τσάντα με τα βιβλία της και ξεκίνησε για το σχολείο. Στο δρόμο ένας δροσερός αέρας ανέμιζε τα πλούσια μαλλιά της. Δεν τα είχε δέσει , δεν τα είχε τραβήξει πίσω, όπως την είχε διατάξει ο αυστηρός Διευθυντής. Είχε προτιμήσει την ανυπακοή.

Η Ειρήνη είχε πάρει τις αποφάσεις της. Θα άφηνε τα μαλλιά της ελεύθερα να στολίζουν το πρόσωπό της, να στολίζουν την ψυχή της. Οι κυρώσεις δεν την φόβιζαν πια. Θα τις υπέμενε καρτερικά.

Στην είσοδο του σχολείου την περίμενε ο Διευθυντής.

«Χαριτίδου», της φώναξε. «Κάτι σου είχα επισημάνει χτες στο γραφείο, έτσι δεν είναι;

«Ναι κάτι μου είπατε, δεν το ξέχασα» απάντησε με σταθερή φωνή η Ειρήνη..

«Και λοιπόν;» ξαναείπε ο Διευθυντής, «τι έκανες γι αυτό;»

Η Ειρήνη τον κοίταξε κατά πρόσωπο.

«Λοιπόν, αποφάσισα» είπε η Ειρήνη και προχώρησε στο εσωτερικό του σχολείου.

Τον Ιούνιο πήγε να πάρει το απολυτήριό της και να χαιρετήσει τον Διευθυντή και τους καθηγητές της.

Σε μια από τις αίθουσες του σχολείου ο καθηγητής των μαθηματικών μοίραζε τα απολυτήρια.

Η Ειρήνη πλησίασε την έδρα.

«Χαριτίδου Ειρήνη», είπε στον καθηγητή και περίμενε..

«Ναι, εδώ είναι το απολυτήριο σου». Ο καθηγητής του έριξε μια γρήγορη ματιά και ξαφνικά σοβάρεψε.

«Βλέπω κάτι που δεν μου αρέσει εδώ Χαριτίδου. Βλέπω πως η διαγωγή σου είναι Κοσμία. Λυπάμαι ειλικρινά αλλά αυτή είναι η απόφαση του Συλλόγου».

Έδωσε το απολυτήριο στην Ειρήνη και της ευχήθηκε καλό καλοκαίρι.

Στο δρόμο που βγήκε η Ειρήνη άρχισε να καταλαβαίνει τι είχε συμβεί.

Την τιμώρησαν για τα μαλλιά της. Ναι οι δάσκαλοί της της επέβαλαν την χειρότερη τιμωρία για κάτι που ήταν πέρα από τις δυνάμεις της, για κάτι που η ίδια δεν έφταιγε. Καταλάβαινε όμως και κάτι ακόμα: αυτή η Κοσμία Διαγωγή δεν ήταν μόνο μια τιμωρία για την ανυπακοή της. Ήταν κάτι περισσότερο. Ήταν ένας βάρβαρος στιγματισμός που θα τον κουβαλούσε σε όλη της τη ζωή.

Ύστερα από λίγους μήνες η Ειρήνη διάβασε την ανακοίνωση του Δήμου. Ζητούσε δυο γυναίκες γραμματείς για τις υπηρεσίες του. Απαραίτητο εφόδιο μόνο το απολυτήριο Λυκείου.

Θαυμάσια είπε μέσα της. Φώναξε τη μάνα της. «Μάλλον θα βρω δουλειά. Αύριο θα καταθέσω στο Δήμο τα χαρτιά μου. Αν με πάρουν θα φτιάξεις γλυκό. Ξέρεις, εκείνο που μ’ αρέσει. Το ραβανί.»

Η μάνα της χαμογέλασε. «Βρες εσύ δουλειά και σου φτιάχνω εγώ το ραβανί που λες».

Την επομένη στις οχτώ ακριβώς βρισκόταν έξω από το Δημαρχείο, κρατώντας σφιχτά την ταυτότητα και το απολυτήριό της.

Μπήκε στη σειρά και περίμενε.

«Περάστε», ακούστηκε μια αντρική φωνή. Πέρασε σ ένα μεγάλο γραφείο .

«Το απολυτήριο και την ταυτότητάς σας», είπε ο υπάλληλος.

Η Κατερίνα έδωσε και τα δύο.

Ο υπάλληλος πήρε το απολυτήριο και το κοίταξε. Ύστερα σηκώθηκε, πέρασε στο διπλανό γραφείο του Προϊστάμενου και έκλεισε την πόρτα.

Η Ειρήνη περίμενε.

Ύστερα από λίγο ο υπάλληλος επέστρεψε στη θέση του και κάλεσε της Ειρήνη να πλησιάσει.

«Ξέρετε, δεσποινίς Χαριτίδου, τα προσόντα σας καλύπτουν απολύτως τις ανάγκες μας, υπάρχει όμως ένα σοβαρό πρόβλημα που μας εμποδίζει να σας προσλάβουμε».

«Πρόβλημα; Ποιο είναι το πρόβλημα;» τόλμησε να ρωτήσει η Ειρήνη.

«Η διαγωγή σας, δεσποινίς Χαριτίδου.. Ξέρετε, το απολυτήριό σας αναγράφει Διαγωγή Κοσμία. Αυτό δεν μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στην πρόσληψή σας..Ξέρετε υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις, κάποιοι όροι που ρυθμίζουν τις προσλήψεις στον Δήμο. Λυπούμαστε ειλικρινά.»

«Ναι», επανέλαβε η Ειρήνη, σχεδόν ψιθυριστά, «το ξέρω, αναγράφει με καθαρά γράμματα Διαγωγή Κοσμία..»

Βγήκε από το Δημαρχείο σχεδόν παραπατώντας. Λίγο πιο κάτω βρήκε ένα παγκάκι και κάθισε. Στα χέρια της κρατούσε ακόμα το απολυτήριο που την επιβράβευε με ένα φρικτό, άδικο και απάνθρωπο στίγμα που θα την κυνηγούσε σε όλη της τη ζωή.

Σταμάτησε να σκέφτεται και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Τα πρώτα σύννεφα του φθινοπώρου πλησίαζαν το ένα το άλλο, ρίχνοντας τον σκοτεινό ίσκιο τους στους άγνωστους περαστικούς της μικρής επαρχιακής πόλης..Η Ειρήνη χαμογέλασε. Στο πρόσωπό της που ήταν πια καθαρό ένοιωσε να πέφτουν οι πρώτες σταλαγματιές της φθινοπωρινής βροχής.

Σηκώθηκε και με αργό βήμα προχώρησε προς το πρώτο περίπτερο. Αγόρασε μια εφημερίδα με τις μικρές αγγελίες. Το βλέμμα της σταμάτησε σε μια από αυτές που έγραφε. «Ζητούνται εργάτριες.. Η προσκόμιση του απολυτηρίου είναι προαιρετική.»

Η Ειρήνη σημείωσε τον αριθμό τηλεφώνου, ύστερα δίπλωσε την εφημερίδα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της. Ήδη η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *